Οι έξι στους δέκα δεν αισθάνονται ευτυχισμένοι στο σχολείο, ενώ δηλώνουν «λίγο» έως «καθόλου» ικανοποιημένοι από τα προγράμματα σπουδών τα οποία προωθούν, σε σημαντικό βαθμό, την παπαγαλία. Γενικό κλίμα απογοήτευσης υπάρχει και ό, τι αφορά τις προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης μετά το λύκειο, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των μαθητών (85,2%) ζητά να καταργηθεί το ισχύον εξεταστικό σύστημα.
Τα συμπεράσματα προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος etwinning με θέμα «Το σχολείο που ζω και ονειρεύομαι», στο οποίο συμμετείχαν μαθητές από το Αριστοτέλειο Κολλέγιο Θεσσαλονίκης, το 3ο Γενικό Λύκειο Καρδίτσας και το Liceo Tito Lucrezio Caro της Ρώμης. Όπως προκύπτει από τις απαντήσεις που έδωσαν 182 μαθητές του Αριστοτελείου Κολλεγίου, σε έρευνα η οποία διεξήχθη υπό την καθοδήγηση της καθηγήτριας, Μ. Παπαχρήστου, οι μεγαλύτερες «πληγές» του εκπαιδευτικού συστήματος είναι οι εξής:
Προγράμματα Σπουδών: το 26,4% των μαθητών δεν είναι καθόλου ικανοποιημένο από τα προγράμματα σπουδών, το 33,8% είναι «λίγο», το 30,8% «μέτρια» και μόλις το 9,9% «πολύ» και «πάρα πολύ». Μάλιστα, η άποψη ότι τα προγράμματα σπουδών προωθούν την απομνημόνευση βρίσκει σύμφωνο το 45% των ερωτηθέντων (18,1% απάντησε «πολύ» και 26,9% «πάρα πολύ»).
Μέθοδοι διδασκαλίας: Οι μαθητές είναι δυσαρεστημένοι τόσο από τις μεθόδους διδασκαλίας όσο και από τα βιβλία. Στο ερώτημα αν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες» οι απαντήσεις κατανέμονται ως εξής: 18,7% «καθόλου», 24,2% «λίγο», 34,6% «μέτρια», 13,7% «πολύ» και 8,8% «πάρα πολύ». Επίσης, πάνω από το 60% υποστήριξε ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν καλύπτει τις ανάγκες όλων των μαθητών ή τις καλύπτει «λίγο».
Επαγγελματική Αποκατάσταση: Πάνω από το 70% των μαθητών πιστεύει ότι η δευτεροβάθμια εκπαίδευση που προσφέρεται στη χώρα μας δεν μπορεί να ανταγωνιστεί «καθόλου» ή μπορεί να ανταγωνιστεί «λίγο» αυτή των άλλων κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μάλιστα, ποσοστό 84,6% απάντησε καταφατικά, όταν ρωτήθηκε αν θέλει μαθήματα πρακτικής άσκησης στο σχολείο.
Εξεταστικό σύστημα: Να καταργηθεί το ισχύον εξεταστικό σύστημα ζητεί το 85,2% των μαθητών. Στην ερώτηση εάν οι εξετάσεις πρέπει να συνδέονται με την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, το 20,9% απάντησε «καθόλου», το 15,4% «λίγο», το 34,1% «μέτρια», το 19,8% «πολύ» και το 9,9% «πάρα πολύ».
Αξιολόγηση: Ο ένας στους δύο μαθητές υπογραμμίζει την ανάγκη επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, ενώ σε άλλο ερώτημα η πλειοψηφία συμφωνεί με την άποψη ότι θα έπρεπε να αξιολογούνται οι καθηγητές από τους μαθητές στο σχολείο.
«Η πλειοψηφία των ερωτηθέντων δεν είναι ικανοποιημένοι με το ισχύον εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας, λόγω της χρησιμοθηρικής του φύσης και της αναποτελεσματικότητας του», επισήμανε η κ. Παπαχρήστου. Είναι ενδεικτικό ότι στο ερώτημα εάν «ο μαθητής νιώθει ευτυχισμένος στο σημερινό σχολείο», το 31,9% απάντησε «καθόλου», το 28% απάντησε «λίγο», το 29,1%, «μέτρια», το 7,7% «πολύ» και μόλις το 3,3% «πάρα πολύ»...
imerisia.gr
Σε αριθμό-ρεκόρ έφτασαν φέτος οι αιτήσεις μετάθεσης των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ξεπερνώντας τις 15.000, ενώ δάσκαλοι και καθηγητές ελπίζουν ότι φέτος θα αυξηθεί το ποσοστό των αιτήσεων που θα ικανοποιηθεί, καθώς χιλιάδες άτομα βρίσκονται για μεγάλο χρονικό μακριά από τα σπίτια τους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία από τις αρμόδιες υπηρεσίες, το σύνολο των αιτήσεων μετάθεσης εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης ανέρχεται σε 6.030.
Στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ο αριθμός των αιτήσεων έφτασε στις 9.126, συνολικά δηλαδή ο αριθμός των εκπαιδευτικών που ζητούν μετάθεση ανέρχεται στις 15.156.
Tου Χαράλαμπου Κόκκινου.
Χωρικός Αντιπεριφερειάρχης Δωδεκανήσου,
Mέλος ΔΣ, π. Πρόεδρος Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδος (ΔΟΕ)
Με αφορμή τον πρόσφατο άδικο χαμό του 20χρονου φοιτητή από την Κρήτη , η ελληνική κοινωνία συγκλονίστηκε από τις διαστάσεις που έχει πάρει το φαινόμενο της σχολικής βίας( bullying). Φαινόμενο που δεν είναι καινούργιο αλλά δυστυχώς βρίσκεται σε έξαρση στις μέρες μας και φυσικά συνδέεται και με τις δύσκολες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στην χώρα μας, που γεννάνε παθογένειες όπως η βία και η επιθετικότητα.
Το bullying είναι ο όρος που χρησιµοποιείται κυρίως στις βορειοευρωπαικές χώρες, για όλες τις βαθµίδες της σχολικής εκπαίδευσης .Το φαινόµενο µελετήθηκε πρώτη φορά στη Νορβηγία το 1978, ενώ το 1987 εµφανίζεται ο όρος bullying σε επιστηµονικά περιοδικά, και αφορά περιστατικά που λαµβάνουν χώρα και στα σχολεία(βλ. Γκουντσίδου, Β. 2007 ,Το φαινόµενο bullying και πώς να το αντιµετωπίσετε,www.auth.gr/students/services/spc/resources/Bullying_greyscale.pdf)
Στις περισσότερες χώρες πλέον, ο όρος αφορά τον σχολικό εκφοβισμό και ορίζεται ως η επιθετική πράξη ή συμπεριφορά που εκδηλώνεται διαρκώς και επαναληπτικά από μαθητή ή ομάδα μαθητών, εις βάρος συμμαθητή του (θύμα) που δεν μπορεί να υπερασπιστεί εύκολα τον εαυτό του . Ο σκόπιμος αυτός εκφοβισμός καταλήγει στην πρόκληση φυσικής ή ψυχολογικής βλάβης στο θύμα- καθώς η λεκτική βία μπορεί να προκαλέσει εξ ίσου ανεπανόρθωτες ζημιές στον ψυχισμό - και να το οδηγήσει στην σιωπή, στην ντροπή και στην απομόνωση από το κοινωνικό σύνολο.
Αυτό το φαινόμενο νεανικής παραβατικότητας και εκφοβισμού στα σχολεία δεν είναι προιόν της εποχής μας. Αποτελούσε ανέκαθεν αναπόσπαστο κομμάτι της βίας και της παραβατικότητας μέσα στην κοινωνία, και φυσικά σχετίζεται με τις συνθήκες του ευρύτερου περιβάλλοντος ,τις κοινωνικές ανισότητες και τις παθογένειες που αυτές γεννούν στο κοινωνικό σύνολο.
Στην εποχή μας, θεσμοί όπως η οικογένεια και το σχολείο, παίζουν σημαντικότατο ρόλο στο να ακουστεί η φωνή των παιδιών που πέφτουν θύματα εκφοβισμού και βίας. Η Πολιτεία όμως είναι αυτή που οφείλει να ενισχύσει το εκπαιδευτικό μας σύστημα με όλες εκείνες τις αναγκαίες παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν ώστε να ακουστεί η φωνή των μαθητών που ντρέπονται, φοβούνται, ή διστάζουν, λόγω απειλών, να καταγγείλουν αυτούς που τους εκφοβίζουν.
Πρέπει να αναληφθούν άμεσα δράσεις και ουσιαστικές παρεμβάσεις από την πλευρά της Πολιτείας και κυρίως να οργανωθούν συνεχείς ενημερωτικές καμπάνιες στα σχολεία όλης της χώρας, ώστε δάσκαλοι, γονείς και μαθητές να γνωρίζουν τις διαστάσεις του φαινομένου. Οι εκπαιδευτικές κοινότητες, αλλά και η κάθε οικογένεια ξεχωριστά , πρέπει να γίνουν περιβάλλον ασφαλείας για τα ΄΄βουβά ΄΄ θύματα του σχολικού εκφοβισμού.
Είναι χρέος όλων μας να βοηθήσουμε ώστε να ακουστεί η φωνή του θύματος. Να καλλιεργήσουμε γόνιμο έδαφος ώστε ο μαθητής που του ασκείται bullying να μην νιώθει στιγματισμένος, απομονωμένος και απειλούμενος από εκείνους που του ασκούν συναισθηματική ή φυσική βία.
Ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να δημιουργεί δίχτυ προστασίας σε όσους μαθητές εκφοβίζονται.Πρέπει να δίνει μεγάλο βάρος ώστε να διαδοθούν ηθικές αξίες στους μαθητές και να καλλιεργεί ενάρετες συμπεριφορές και κλίμα αλληλοσεβασμού και ισότητας μέσα στις μαθητικές κοινότητες.
Πρέπει να μην υπάρχουν θύματα που δεν ακούγονται, ούτε στιγματισμένοι και ΄΄αδύναμοι΄΄ , και εδώ είναι που καλείται η Πολιτεία να ενημερώσει γονείς, δασκάλους αλλά πρωτίστως τους ίδιους τους μαθητές στο πώς να εκφράζονται, χωρίς φόβο και δισταγμό, για την βία που τους ασκείται και που τους αναγκάζει να σιωπούν και να ανέχονται την κακοποίηση τους.
Ίδια εργασιακά δικαιώματα με τους μόνιμους δασκάλους και καθηγητές υποσχέθηκε στους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας χθες, κατά τη διάρκεια συνάντησης που είχε με τον Σύλλογο Αναπληρωτών Νηπιαγωγών.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Τάσος Κουράκης δέχθηκε την άρση του διετούς αποκλεισμού των αναπληρωτών σε περίπτωση που αρνούνται την πρόσληψή τους, ενώ συμφώνησε ότι οι μονογονεϊκές οικογένειες αναπληρωτών πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ειδική κατηγορία και να προηγούνται στις τοποθετήσεις στα σχολεία και επίσης να δίνεται άδεια μητρότητας διάρκειας 6 μηνών στις αναπληρώτριες.
Θετικά «είδε» ο αναπληρωτής υπουργός και το αίτημα των αναπληρωτών να έχουν τη δυνατότητα παραμονής σε μία διεύθυνση για τουλάχιστον δύο χρόνια, προκειμένου να αποφεύγονται οι συνεχείς μετακινήσεις και τα έξοδα που έχουν να αντιμετωπίσουν την ενοικίαση σπιτιών.
Όσον αφορά στους μόνιμους διορισμούς, οι αναπληρωτές ζήτησαν να γίνουν από τον πίνακα επιλαχόντων του ΑΣΕΠ και να προσμετράται μόνο η προϋπηρεσία, ενώ τα υπόλοιπα προσόντα (μεταπτυχιακά, κοινωνικά κριτήρια και άλλα), να μοριοδοτούνται μόνο ως κριτήριο τοποθέτησης και όχι διορισμού.
Πηγή: ΕΘΝΟΣ